Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2010

Η ΕΚΘΕΣΗ «HEALTH AT A GLANCE 2009» ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Σοβαρές ανισότητες παρατηρούνται στη χρήση των υπηρεσιών υγείας στην Ελλάδα, όπως διαπιστώνει η έκθεση «Health at a Glance 2009», του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), η οποία περιλαμβάνει ανάλυση όλων των στατιστικών δεδομένων, που σχετίζονται με την υγεία από τις χώρες – μέλη του Οργανισμού. Σε μια χώρα με εντυπωσιακή διάχυση της σύγχρονης τεχνολογίας, όσον αφορά στη διάγνωση και στη θεραπεία των ασθενών, οι παρατηρούμενες ανισότητες αποδίδονται, ως επί το πλείστον, σε κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες.

Τα άτομα που ανήκουν σε χαμηλότερες εισοδηματικές ομάδες, παραλείπουν 4-5 φορές πιο συχνά, σε σχέση με τους εύπορους, να υποβληθούν σε ιατρικές εξετάσεις ή να προβούν σε άλλες ενέργειες, που σχετίζονται με την υγείας τους. Η Ελλάδα διαθέτει τα μεγαλύτερα ποσοστά ασθενών, που «εξαναγκάζονται» σε παράλειψη π.χ. των προληπτικών ελέγχων, επειδή δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να τις πληρώσουν (θλιβερός πρωταθλητής σε αυτήν την κατηγορία είναι η Πορτογαλία, ενώ αμέσως μετά την Ελλάδα ακολουθούν Πολωνία και Ιταλία). Ένας στους δέκα Έλληνες, που ανήκει στα χαμηλότερα εισοδήματα, δηλώνει πως, στερήθηκε ιατρικών υπηρεσιών, ελλείψει χρημάτων. Εύγλωττη είναι η εικόνα που διαμορφώνεται π.χ. στο προληπτικό screening για τον καρκίνο του μαστού. Μόλις μία στις πέντε γυναίκες χαμηλού εισοδήματος κάνει μαστογραφία, τη στιγμή που το αντίστοιχο ποσοστό των γυναικών, οι οποίες ανήκουν στην ανώτερη εισοδηματική ομάδα, ανέρχεται σε 60%. Σημαντικές ανισότητες μεταξύ υψηλών και χαμηλών εισοδηματικών ομάδων καταγράφονται και στην οδοντιατρική φροντίδα, εικόνα που παρατηρείται επίσης, στην Πορτογαλία και τη Δανία.

Πού οφείλεται αυτό; Πιθανότατα στο γεγονός ότι, συχνά, τα ελληνικά νοικοκυριά αναγκάζονται να πληρώσουν τις δαπάνες της ιατροφαρμακευτικής τους περίθαλψης (ή τμήμα αυτής της δαπάνης) από την τσέπη τους. Το 5,9% του συνόλου της καταναλωτικής δαπάνης των νοικοκυριών για το 2007, αφορά σε δαπάνες υγείας, την ίδια ώρα που, ο μέσος όρος στις χώρες του ΟΟΣΑ ήταν 3%. Εύρημα ιδιαιτέρως αρνητικό, αν σκεφθούμε πως, μιλάμε για μια χώρα που διατείνεται πως, διαθέτει δημόσια δωρεάν υγεία.

Δαπάνες

Από τους συντάκτες της έκθεσης, η Ελλάδα χαρακτηρίζεται «Βig Spender», δηλαδή σπάταλη χώρα. Αναφορικά με την υγειονομική δαπάνη στην Ελλάδα, αυτή ήταν σταθερά υψηλή και το 2007. Ανήλθε σε 9,6% του ΑΕΠ, έναντι 8,9% του ΑΕΠ, που ήταν για το ίδιο έτος ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ. Εκεί ωστόσο, που η χώρα μας κατέχει την «πρωτιά», σε σχέση με τις υπόλοιπες, είναι στη φαρμακευτική δαπάνη, η οποία ανήλθε στο 2,4% του ΑΕΠ (έναντι του 1,5%, που ήταν ο μέσος όρος στις χώρες του ΟΟΣΑ). Μόνο σε ένα έτος, το 2007, δαπανήσαμε σε φάρμακα σχεδόν 5,5 δισεκατομμύρια ευρώ (500 ευρώ κατά κεφαλήν)! Εύρημα δικαιολογημένο, σε ένα βαθμό, αν σκεφθεί κανείς πως, η χρήση φαρμάκων, κυρίως δε φαρμάκων κατά του διαβήτη και αντικαταθλιπτικών, αυξάνει γεωμετρικά, σύμφωνα με την έκθεση, σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ.

Την ίδια ώρα και παρά το γεγονός ότι, στις κατά κεφαλήν δαπάνες η χώρα μας κινείται ελαφρώς χαμηλότερα από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, με περίπου 2.700 ευρώ, μεταξύ 1997 και 2007, ο ρυθμός αύξησής τους κινείται με 6,6%, εξέλιξη που «αναδεικνύει» την Ελλάδα, ως την 4η ταχύτερα αναδυόμενη αγορά για φάρμακα και ιατρικές υπηρεσίες.

«Υπάρχουν δυνατότητες και ευκαιρίες για όλες τις χώρες, να βελτιώσουν τις επιδόσεις του συστήματος υγείας που εφαρμόζουν, χωρίς να είναι κατ’ ανάγκην υψηλότερες οι δαπάνες τους», τόνισε ο γενικός γραμματέας του ΟΟΣΑ, κ. Ανχελ Γκουρία.

Την ίδια ώρα, βασικός χρηματοδότης των συστημάτων υγείας παραμένει ο δημόσιος τομέας, σε ποσοστό 73%. Εξαίρεση αποτελούν οι ΗΠΑ και το Μεξικό, όπου η συμμετοχή του Δημοσίου στην Υγεία είναι χαμηλότερη του 50%, ενώ το ποσοστό αυτό για την Ελλάδα διαμορφώνεται στο 60,3%. Όσον αφορά στη φαρμακευτική δαπάνη, εκεί η χρηματοδότηση από δημόσιους πόρους αγγίζει το 80%.

Ιατροί – νοσηλευτές – υποδομές

Πλεόνασμα γυναικολόγων (46 ανά 100.000 γυναίκες) και οδοντιάτρων (127 ανά 100.000 πληθυσμού), αλλά και έλλειψη μαιών και νοσηλευτών, καταγράφει η έκθεση «Health at a Glance» για την Ελλάδα. Συγκεκριμένα, το ποσοστό των εργαζομένων που απασχολούνται στο χώρο της υγείας το 2007 αντιστοιχεί σε 5,3% του συνόλου των εργαζομένων, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στις υπόλοιπες χώρες του ΟΟΣΑ, ανέρχεται κατά μέσο όρο σε 9,8%. Παρόλα αυτά, παρά δηλαδή τον μικρό αριθμό του προσωπικού, η Ελλάδα κατέγραφε το 2007 την υψηλότερη αναλογία γιατρών ανά 1.000 κατοίκους, διαμορφούμενη σε 5.4, έναντι 3.1/1.000 κατοίκους, που ήταν ο μέσος όρος στις άλλες χώρες του ΟΟΣΑ. Παρά το γεγονός ότι η έρευνα, οι εξελίξεις και οι σύγχρονες πολιτικές της υγείας, δίνουν τα τελευταία χρόνια έμφαση στη γενική ιατρική, η πραγματικότητα διαφέρει σημαντικά. Έτσι, στο σύνολο των χωρών του Οργανισμού, για κάθε γενικό γιατρό, υπάρχουν δύο ειδικευμένοι, ενώ, ακόμη χειρότερα είναι τα πράγματα στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, αλλά και στην Ελλάδα.

Την ίδια ώρα η χώρα μας βρίσκεται στην τελευταία θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, όσον αφορά την στελέχωση των δημόσιων νοσοκομείων, με το αναγκαίο νοσηλευτικό και λοιπό προσωπικό, το οποίο θα μπορούσε να εξασφαλίσει την ομαλή λειτουργία τους. Η αναλογία των νοσηλευτών διαμορφώνεται στους 3,2 ανά 1.000 κατοίκους (ή ένας νοσηλευτής ανά έναν γιατρό), έναντι 9,6 νοσηλευτών/1.000 κατοίκους, που είναι η αναλογία στις χώρες του ΟΟΣΑ. «Στην Ελλάδα και στην Ιταλία τα στοιχεία δείχνουν πως, υπάρχει μεγάλη προσφορά ιατρών, αλλά υποπροσφορά νοσηλευτικού προσωπικού, κάτι που οδηγεί σε κακή κατανομή των διαθέσιμων πόρων», αναφέρει χαρακτηριστικά η έκθεση.

Σχετικά με τους υλικούς πόρους, χαρακτηριστικά υψηλή και εντυπωσιακή είναι η διάχυση της σύγχρονης τεχνολογίας στην Ελλάδα. Ειδικά για τους Αξονικούς Τομογράφους (CT scanners) και Μαγνητικούς Τομογράφους (MRI), η αναλογία τους ανά 1.000.000 πληθυσμού διαμορφώθηκε το 2007 σε 25,8 και 13,2 αντίστοιχα, ενώ οι αντίστοιχες αναλογίες στις χώρες του ΟΟΣΑ ανέρχονταν σε 22,8 και 11. Όσον αφορά την αναλογία των κλινών οξείας νοσηλείας σε σχέση με τον πληθυσμό, παρέμεινε αμετάβλητη το διάστημα 1995-2007, ανερχόμενη σε 3,9/1.000 κατοίκους, χαμηλότερη, όμως, από την αντίστοιχη αναλογία που καταγράφεται στις χώρες του ΟΟΣΑ, ήτοι 4,7/1.000 κατοίκους. Βελτίωση σημειώθηκε, ωστόσο, στον βαθμό αξιοποίησης των κλινών, καθώς η πληρότητα, από 66% που ήταν το 1995, ανήλθε σε 73% το 2007, προσεγγίζοντας έτσι, τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Θετική εξέλιξη τέλος, θεωρείται η μείωση της Μέσης Διάρκειας Νοσηλείας, που από 6,4 που ήταν το 1995, το 2007 διαμορφώθηκε σε 5,6 ημέρες.

Άλλα ευρήματα

Σύμφωνα με τον κ. Γιάννη Τούντα, εκπρόσωπο του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης στην Επιτροπή του ΟΟΣΑ, άλλα βασικά ευρήματα που προκύπτουν από την έκθεση σε σχέση με την Ελλάδα, είναι τα εξής:

•Παρότι το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση στην Ελλάδα (79,5 έτη) είναι υψηλότερο από τον αντίστοιχο μέσο όρο στον ΟΟΣΑ (79), ωστόσο υπολείπεται σημαντικά σε σχέση με αρκετές ευρωπαϊκές και μη χώρες. Σε σχέση με την Ιαπωνία, η οποία έχει το υψηλότερο προσδόκιμο ζωής στον κόσμο (82,6 έτη), η Ελλάδα υπολείπεται περισσότερο από 3 χρόνια. Αντίθετα, το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα στην ηλικία των 65 ετών είναι χαμηλότερο (19,6) από τον αντίστοιχο μέσο όρο του ΟΟΣΑ (20,2 έτη). Ο δείκτης αυτός σχετίζεται με την πρόσβαση και τις δυνατότητες του συστήματος υγείας, καθώς και με τον τρόπο ζωής πριν και μετά την ηλικία των 65 ετών.
•Αξιοσημείωτα χαμηλά (15%) εμφανίζονται τα ποσοστά των παιδιών 11-15 ετών που έχουν έστω και μέτρια φυσική δραστηριότητα σε καθημερινή βάση στην Ελλάδα, ενώ ο αντίστοιχος μέσος όρος στον ΟΟΣΑ είναι 20,2% και σε κάποιες χώρες είναι εντυπωσιακά υψηλότερος, όπως στη Σλοβακία (42%) και στην Ιρλανδία (31%). Αντιθέτως, αισθητά υψηλότερο στην Ελλάδα, σε σχέση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ είναι και το ποσοστό των παχύσαρκων παιδιών ηλικίας 11-15 ετών ήτοι 18,8%, έναντι 13,8% που ισχύει στον ΟΟΣΑ (η Ελλάδα καταλαμβάνει την τέταρτη θέση στο σχετικό πίνακα). Από την άλλη μεριά, το ποσοστό των καπνιστών (τουλάχιστον 1 φορά εβδομαδιαίως) αγοριών και κοριτσιών ηλικίας 15 ετών κυμαίνεται σε παρόμοια επίπεδα με αυτά του μέσου όρου του ΟΟΣΑ, ήτοι 17% για τα αγόρια και 16% για τα κορίτσια. Μια θετική εξέλιξη, είναι η σημαντική μείωση στην κατά κεφαλήν κατανάλωση αλκοόλ στην Ελλάδα, την περίοδο 1980-2007, που πλέον φαίνεται πως, ακολουθεί αντίστοιχη τάση με τις χώρες του ΟΟΣΑ.
•Αναφορικά με τα μεταδοτικά νοσήματα, εντυπωσιακά χαμηλή κρίνεται η επίπτωση της Ηπατίτιδας Β στην Ελλάδα, που ανήλθε το 2007 σε 0,7 μολύνσεις/ 100.000 πληθυσμού, ενώ ο μέσος όρος στις χώρες του ΟΟΣΑ το ίδιο έτος ήταν 2,9. Κι όλα αυτά, παρά το γεγονός ότι η εμβολιαστική κάλυψη του γενικού πληθυσμού κατά της ηπατίτιδας Β διαμορφώνεται σε επίπεδα κάτω του μέσου όρου των χωρών του Οργανισμού.
Υγεία και τρόπος ζωής

Και οι παρατηρήσεις δεν σταματούν εδώ:

•βρισκόμαστε σε μία από τις τελευταίες θέσεις όσον αφορά στην κατανάλωση φρούτων και λαχανικών από τα παιδιά
•διαθέτουμε χαμηλότερους δείκτες στοματικής υγιεινής από την Τουρκία
•βρισκόμαστε πολύ ψηλά στους πίνακες, που αναφέρονται στη γέννηση ελλιποβαρών νεογνών (ποσοστό 8%, τη στιγμή που ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ δεν ξεπερνά το 6,8%)
•διαθέτουμε τα χαμηλότερα ποσοστά αυτοκτονιών στο σύνολο των χωρών του ΟΟΣΑ. Πρώτη σε αυτοκτονίες έρχεται η Κορέα.
•μας «θερίζουν» τα τροχαία ατυχήματα (5η υψηλότερη θέση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ – με θύματα ως επί το πλείστον άνδρες), τα εγκεφαλικά επεισόδια (87 επεισόδια ανά 100.000 πληθυσμού) και ο καρκίνος του πνεύμονα (66 θάνατοι ανά 100.000 κατοίκους). Είμαστε από τις λίγες χώρες, μαζί με το Μεξικό, όπου ο αριθμός των νεκρών από τροχαία ατυχήματα, αντί να μειώνεται, αυξάνεται. Όσο για την τελευταία αιτία θανάτου, τον καρκίνο του πνεύμονα, έχει άμεση σχέση με την αρνητική μας «πρωτιά» στο κάπνισμα
•το 40% των ενηλίκων καπνίζει καθημερινά, ποσοστό σχεδόν υπερδιπλάσιο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Ακολουθεί η Τουρκία και η Ουγγαρία, με ποσοστό 30%. Παρόλο που στις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ η κατανάλωση καπνού σημειώνει δραματική πτώση τις τελευταίες δύο δεκαετίες (Σουηδία, ΗΠΑ και Αυστραλία συνιστούν τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα, καθώς έχουν πετύχει μείωση της κατανάλωσης κάτω του 17%), η χώρα μας είναι μία από τις ελάχιστες (μαζί με το Μεξικό) όπου η χρήση του καπνού αυξάνεται χρόνο με τον χρόνο
•αυξάνει διαρκώς ο επιπολασμός χρόνιων παθήσεων, όπως είναι ο σακχαρώδης διαβήτης, τόσο λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, όσο και λόγω των αλλαγών που έχουν συντελεστεί στον τρόπο ζωής και διατροφής μας
•κατέχουμε την τρίτη υψηλότερη θέση στην κατανάλωση αντιδιαβητικών φαρμάκων και την «πρωτιά» στα αντιβιοτικά.
•κοντά στο μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ κινείται η Ελλάδα, όσον αφορά στα ποσοστά της παχυσαρκίας. Περιλαμβάνεται στις 13 χώρες του ΟΟΣΑ που χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι, το 50% του πληθυσμού τους είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι (στην ίδια λίστα βρίσκει κανείς ακόμη: Μεξικό, ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία, Λουξεμβούργο, Ουγγαρία, Τσεχία, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ισπανία, Ισλανδία). Τα ποσοστά παχυσαρκίας στη χώρα μας διαμορφώνονται στο 16,4%, με την Ιαπωνία από τη μία και τις ΗΠΑ από την άλλη, να καταλαμβάνουν τους δύο «πόλους» του πίνακα, με 3,4% και 34,3% αντίστοιχα. Ωστόσο, η χώρα μας, έχει αυξημένα ποσοστά και παιδικής παχυσαρκίας, όπως και οι υπόλοιπες χώρες της νότιας Ευρώπης, η Πορτογαλία, η Ιταλία και η Ισπανία. Αυτό που επισημαίνει η μελέτη είναι πως, η αύξηση των ποσοστών παχυσαρκίας σήμερα, θα σημάνει μελλοντικά υψηλότερες υγειονομικές δαπάνες, καθώς οι συνέπειες της παχυσαρκίας στην υγεία (π.χ. εμφάνιση άσθματος ή διαβήτη) θα είναι εμφανείς σε μερικά χρόνια
•καμία βελτίωση στη θνητότητα λόγω ισχαιμικής καρδιοπάθειας ή λόγω καρκίνου δεν έχει παρατηρηθεί στην Ελλάδα τα τελευταία 25- 30 χρόνια.