Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2009

ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΩΝ ΣΤΟΥΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΝΕΟΥ Δ/Υ ΚΩΔΙΚΑ

ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΑΔΕΙΑ (άρθρο 48 του Υ.Κ.)

Σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 48 του Υ.Κ «οι δημόσιοι υπάλληλοι δικαιούνται κανονική άδεια με αποδοχές, δύο (2) μήνες μετά το διορισμό τους. Η άδεια που δικαιούνται να λάβουν οι υπάλληλοι ορίζεται σε δύο (2) ημέρες για κάθε μήνα υπηρεσίας και δεν μπορεί να υπερβεί συνολικά τον αριθμό των ημερών κανονικής άδειας που δικαιούνται με τη συμπλήρωση ενός (1) έτους δημόσιας πραγματικής υπηρεσίας.

Οι δημόσιοι υπάλληλοι, μετά τη συμπλήρωση ενός (1) έτους πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, δικαιούνται κανονική άδεια απουσίας με αποδοχές, η διάρκεια της οποίας ορίζεται σε είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες αν ακολουθούν εβδομάδα πέντε (5) εργασίμων ημερών και είκοσι τέσσερις (24) εργάσιμες ημέρες αν ακολουθούν εβδομάδα έξι (6) εργασίμων ημερών.

Ο χρόνος της κανονικής άδειας επαυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης και μέχρι τη συμπλήρωση του ανώτατου ορίου των είκοσι πέντε (25) ή τριάντα (30) εργασίμων ημερών προκειμένου για πενθήμερη ή εξαήμερη εβδομάδα εργασίας, αντίστοιχα».

Σύμφωνα με τα ανωτέρω ο υπάλληλος εφεξής, θεμελιώνει δικαίωμα λήψης κανονικής άδειας δύο μήνες μετά το διορισμό του αντί του ενός (1) έτους που απαιτείτο με τις προϊσχύουσες διατάξεις. Ειδικότερα, θεμελιώνει δικαίωμα για να λάβει κανονική άδεια δύο (2) εργασίμων ημερών ανά μήνα, έως τη συμπλήρωση ενός έτους πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας.

Αμέσως μετά και έως το τέλος του ημερολογιακού έτους, μέσα στο οποίο συμπληρώνει ένα έτος δημόσιας υπηρεσίας, μπορεί να λάβει αναλογία – ποσοστό των είκοσι (20) ημερών άδειας.

Για κάθε επόμενο ημερολογιακό έτος, μπορεί να λάβει ολόκληρη την κανονική άδεια, η οποία επαυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης και μέχρι τη συμπλήρωση του ανώτατου ορίου των είκοσι πέντε (25) ή τριάντα (30) εργασίμων ημερών.

Σημειώνεται ότι ο αριθμός των ημερών κανονικής άδειας των υπαλλήλων που υπηρετούν σε παραμεθόριες περιοχές εξακολουθεί να προσαυξάνεται σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στην απόφαση ΔΙΔΑΔ/Φ.51/261/26452/10-12-1999 (ΦΕΚ 2173/Β/17-12-1999), έως την έκδοση νέας σχετικής απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, η οποία προβλέπεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 48 του Υ.Κ.

ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΔΕΙΕΣ (άρθρο 50 του Υ.Κ.)

1. Οι υπάλληλοι έχουν δικαίωμα άδειας απουσίας με αποδοχές πέντε (5) εργασίμων ημερών σε περίπτωση γάμου και τριών (3) εργασίμων ημερών σε περίπτωση θανάτου συζύγου τους ή και συγγενούς έως και β΄ βαθμού (πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 50 του Υ.Κ.). Συγγενείς έως και β’ βαθμού θεωρούνται οι γονείς, τα τέκνα, τα αδέλφια, τα εγγόνια και οι πάπποι, τόσο οι εξ αίματος όσο και οι εξ αγχιστείας.

2. Οι υπάλληλοι που πάσχουν ή έχουν σύζυγο ή τέκνο που πάσχει από νόσημα το οποίο απαιτεί τακτικές μεταγγίσεις αίματος ή χρήζει περιοδικής νοσηλείας, δικαιούνται ειδική άδεια με αποδοχές έως είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες το χρόνο (παράγραφος 2 του άρθρου 50 του Υ.Κ.).

Έως την έκδοση του προεδρικού διατάγματος που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 50 του Υ.Κ. για τον καθορισμό των ανωτέρω νοσημάτων, η εν λόγω άδεια θα πρέπει να χορηγείται στους δικαιούχους εφόσον υπάρχουν οι εξής δύο προϋποθέσεις:

? γνωμάτευση της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής, με την οποία θα πιστοποιείται αιτιολογημένα ότι η πάθηση από την οποία πάσχουν οι ίδιοι οι υπάλληλοι ή κάποιο τέκνο τους, χρήζει τακτικών μεταγγίσεων αίματος ή περιοδικής νοσηλείας σε δημόσιο ή ιδιωτικό νοσηλευτικό ίδρυμα.

? προσδιορισμός του χρονικού διαστήματος για το οποίο απαιτείται η νοσηλεία αυτή.

Σημειώνεται ότι αν και οι δυο γονείς είναι δικαιούχοι της ανωτέρω άδειας, τότε αυτή χορηγείται στον ένα εξ αυτών. Στην περίπτωση αυτή οι γονείς-δικαιούχοι, με κοινή τους δήλωση που κατατίθεται στις υπηρεσίες τους καθορίζουν ποιος από τους δυο θα κάνει χρήση της άδειας και για πόσο χρονικό διάστημα, που πάντως η συνολική διάρκειά της δεν μπορεί να υπερβεί τις είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες ετησίως και για τους δύο. Επιπλέον, ο δικαιούχος θα πρέπει να δηλώνει υπεύθυνα κάθε φορά στη σχετική αίτηση χορήγησης, πόσες ημέρες της δικαιούμενης από κοινού άδειας των 22 ημερών έχει κάνει ήδη χρήση ο ή η σύζυγός του στην υπηρεσία όπου εργάζεται.

Σε περίπτωση διάστασης, διαζυγίου, χηρείας ή γέννησης τέκνου χωρίς γάμο των γονέων του, την εν λόγω άδεια δικαιούται ο γονέας που ασκεί την επιμέλεια του τέκνου που χρήζει τακτικής μετάγγισης ή περιοδικής νοσηλείας.

Επισημαίνεται ότι η ανωτέρω άδεια των είκοσι δύο (22) εργάσιμων ημερών χορηγείται και σε υπαλλήλους που έχουν τέκνα, τα οποία πάσχουν από βαριά νοητική στέρηση ή σύνδρομο Down ανεξαρτήτως του εάν χρήζουν ή όχι περιοδικής νοσηλείας (παράγραφος 3 του άρθρου 50 του Υ.Κ.).

Στην περίπτωση αυτή οι ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι θα πρέπει να προσκομίζουν σχετική γνωμάτευση από ιατροπαιδαγωγικό κέντρο ή παιδοψυχιατρικό τμήμα δημοσίου νοσοκομείου.

3. Ο υπάλληλος που ανταποκρίνεται σε πρόσκληση από υπηρεσία αιμοληψίας για κάλυψη έκτακτης ανάγκης, καθώς και ο υπάλληλος ο οποίος μετέχει σε οργανωμένη ομαδική αιμοληψία δικαιούται ειδικής άδειας απουσίας, με πλήρεις αποδοχές, δύο (2) ημερών (παράγραφος 5 του άρθρου 50 του Υ.Κ.).

Οι δύο αυτές ημέρες άδειας είναι πέραν της ημέρας αιμοδοσίας και μπορούν να ληφθούν είτε συνεχόμενα με το χρόνο της αιμοδοσίας ή οποτεδήποτε μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος. Σε κάθε περίπτωση δεν μεταφέρονται στο επόμενο ημερολογιακό έτος.

Σημειώνεται ότι η ίδια ως άνω άδεια χορηγείται και στην περίπτωση λήψης αιμοπεταλίων.

Επίσης, την εν λόγω άδεια τη δικαιούται και ο υπάλληλος που προσέρχεται σε οιοδήποτε κέντρο αιμοληψίας από δική του πρωτοβουλία για να προσφέρει αίμα. Στην περίπτωση αυτή οφείλει να προσκομίσει σχετική βεβαίωση του νοσηλευτικού ιδρύματος, στο οποίο πραγματοποιήθηκε η αιμοληψία.

4. Ο υπάλληλος ο οποίος χειρίζεται ηλεκτρονικό υπολογιστή και απασχολείται μπροστά σε οθόνη οπτικής καταγραφής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε (5) ωρών του ημερήσιου ωραρίου εργασίας δικαιούται μηχανογραφική άδεια, με πλήρεις αποδοχές, μιας (1) ημέρας ανά δίμηνο. Η άδεια χορηγείται υποχρεωτικά μέσα στο δίμηνο το οποίο αφορά. Εφόσον η άδεια αυτή δεν εξαντληθεί στο διάστημα αυτό, δεν μεταφέρεται ούτε καταβάλλεται αποζημίωση στον υπάλληλο (παράγραφος 6 του άρθρου 50 του Υ.Κ.).

Η απασχόληση μπροστά σε οθόνη οπτικής καταγραφής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε (5) ωρών του ημερήσιου ωραρίου εργασίας βεβαιώνεται από τον άμεσο προϊστάμενο του υπαλλήλου.

ΑΔΕΙΑ ΜΗΤΡΟΤΗΤΑΣ (άρθρο 52 του Υ.Κ.)

1. Στη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 52 του Υ.Κ. προβλέπονται τα ακόλουθα:

Στις υπαλλήλους οι οποίες κυοφορούν, χορηγείται άδεια μητρότητας με πλήρεις αποδοχές δύο (2) μήνες πριν και τρεις (3) μήνες μετά τον τοκετό. Σε περίπτωση απόκτησης τέκνου πέραν του 3ου (δηλαδή 4ου και άνω), η μετά τον τοκετό άδεια προσαυξάνεται κάθε φορά κατά δύο (2) μήνες.

Η προσαύξηση αυτή χορηγείται και στις μητέρες με τέσσερα και άνω παιδιά, οι οποίες κατά την 9η Φεβρουαρίου 2007 (ημέρα δημοσίευσης του ν. 3528/2007) δεν είχαν εξαντλήσει την τρίμηνη άδεια λοχείας.

2. Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι στις υπαλλήλους που υιοθετούν τέκνο, χορηγείται άδεια τριών (3) μηνών με πλήρεις αποδοχές εντός του πρώτου εξαμήνου μετά την περαίωση της διαδικασίας της υιοθεσίας, εφόσον το υιοθετημένο τέκνο είναι ηλικίας έως έξι (6) ετών.

Ένας μήνας από την άδεια αυτή μπορεί να καλύπτει απουσία της υπαλλήλου κατά το προ της υιοθεσίας διάστημα.

Ο μήνας αυτός μπορεί να ληφθεί οποτεδήποτε κατά το προ της υιοθεσίας διάστημα κατόπιν σχετικής αίτησης της ενδιαφερόμενης υπαλλήλου, η οποία πρέπει να προσκομίσει στην υπηρεσία σχετική βεβαίωση από τις αρμόδιες αρχές για την έναρξη της διαδικασίας της υιοθεσίας.

ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΙΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΜΕ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ (άρθρο 53 του Υ.Κ.)

Στις διατάξεις του άρθρου 53 του Υ.Κ. προβλέπονται τα ακόλουθα:

1. Η άδεια άνευ αποδοχών συνολικής διάρκειας δύο ετών της παραγράφου 2 του άρθρου 51 του Υ.Κ. χορηγείται υποχρεωτικά, χωρίς γνώμη υπηρεσιακού συμβουλίου, όταν πρόκειται για ανατροφή παιδιού ηλικίας έως και έξι (6) ετών.

Διάστημα τριών (3) μηνών της άδειας αυτής χορηγείται πλέον με πλήρεις αποδοχές στην περίπτωση γέννησης τρίτου (3ου) παιδιού και άνω.

Την άδεια αυτή δικαιούνται και γονείς των οποίων το 3ο τέκνο και άνω γεννήθηκε πριν την 9η Φεβρουαρίου 2007 (ημέρα δημοσίευσης του ν. 3528/2007) και εφόσον κατά την ημερομηνία αυτή το τέκνο δεν είχε συμπληρώσει την ηλικία των έξι ετών.

2. O χρόνος εργασίας του γονέα υπαλλήλου μειώνεται κατά δύο (2) ώρες ημερησίως εφόσον έχει τέκνα ηλικίας έως δύο (2) ετών και κατά μία (1) ώρα, εφόσον έχει τέκνα ηλικίας από δύο (2) έως τεσσάρων (4) ετών. Ο γονέας υπάλληλος δικαιούται εννέα (9) μήνες άδεια με αποδοχές για ανατροφή παιδιού, εφόσον δεν κάνει χρήση του προαναφερθέντος μειωμένου ωραρίου.

Ειδικά για το γονέα που είναι άγαμος ή χήρος ή διαζευγμένος ή έχει αναπηρία 67% και άνω, το κατά μία ώρα μειωμένο ωράριο ή η συνεχόμενη άδεια ανατροφής τέκνου προσαυξάνονται κατά έξι (6) μήνες ή ένα (1) μήνα αντίστοιχα. Σημειώνεται ότι η ανωτέρω προσαύξηση χορηγείται στους δικαιούχους γονείς εφόσον κατά την 9η Φεβρουαρίου 2007 (ημέρα δημοσίευσης του ν. 3528/2007) δεν είχαν εξαντλήσει τις εν λόγω διευκολύνσεις.

Επίσης, στην περίπτωση γέννησης 4ου τέκνου, όπως και για κάθε τέκνο πέραν του 4ου, το μειωμένο ωράριο εργασίας παρατείνεται για δύο (2) ακόμα έτη. Κατά τη διάρκεια της παράτασης αυτής ο χρόνος εργασίας του γονέα υπαλλήλου μειώνεται κατά μία (1) ώρα.

Επισημαίνεται ότι η εν λόγω παράταση αφορά αποκλειστικά τη διευκόλυνση του μειωμένου ωραρίου και ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται να χορηγηθεί ως συνεχόμενη άδεια ανατροφής.

Η ανωτέρω προσαύξηση δίδεται και στους γονείς υπαλλήλους που κατά την 9η Φεβρουαρίου 2007 είχαν τέσσερα τέκνα και άνω και εφόσον το ένα τουλάχιστον εξ αυτών δεν είχε συμπληρώσει την ηλικία των έξι ετών.


3. Αν και οι δύο γονείς είναι υπάλληλοι, με κοινή τους δήλωση που κατατίθεται στις υπηρεσίες τους καθορίζεται ποιος από τους δύο θα κάνει χρήση του μειωμένου ωραρίου ή της συνεχόμενης άδειας ανατροφής, εκτός αν με την ανωτέρω κοινή τους δήλωση καθορίσουν χρονικά διαστήματα που ο καθένας θα κάνει χρήση, αλλά πάντοτε διαδοχικώς και μέσα στα χρονικά όρια που ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 53 του Υ.Κ.

Αλλαγή της δήλωσης επιτρέπεται να γίνεται άπαξ και μόνο για ιδιαίτερα σημαντικούς λόγους.

4. Αν η σύζυγος του υπαλλήλου ή ο σύζυγος της υπαλλήλου εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα, εφόσον δικαιούται όμοιων ολικώς ή μερικώς διευκολύνσεων, ο σύζυγος ή η σύζυγος υπάλληλος δικαιούται να κάνει χρήση της διευκόλυνσης του μειωμένου ωραρίου ή της άδειας ανατροφής κατά το μέρος που η σύζυγος αυτού ή ο σύζυγος αυτής δεν κάνει χρήση των δικών της ή των δικών του δικαιωμάτων ή κατά το μέρος που αυτά υπολείπονται των προβλεπόμενων από την παράγραφο 2 του άρθρου 53 του Υ.Κ. διευκολύνσεων.

Ως εργασία στον ιδιωτικό τομέα νοείται η εξαρτημένη μισθωτή εργασία, καθώς και η άσκηση κάποιου ελευθέριου επαγγέλματος από αυτά που ορίζονται στην κείμενη νομοθεσία περί φορολογίας εισοδήματος (παρ. 1 του άρθρου 48 του ν. 2238/1994).

Ο υπάλληλος που δικαιούται να κάνει χρήση της διευκόλυνσης του μειωμένου ωραρίου ή της άδειας ανατροφής πρέπει να προσκομίζει από τον οικείο εργοδότη καθώς και τον αντίστοιχο ασφαλιστικό φορέα σχετική βεβαίωση, από όπου θα προκύπτει ρητώς η ιδιωτική εργασία που ασκεί η σύζυγός του, καθώς και το εάν έχει ήδη κάνει ολικώς ή μερικώς χρήση των δικών της δικαιωμάτων.

Στην περίπτωση που ο ένας γονέας εργάζεται με καθεστώς μερικής απασχόλησης, τότε ο άλλος γονέας (δημόσιος υπάλληλος) δικαιούται να κάνει χρήση της διευκόλυνσης του μειωμένου ωραρίου ή της άδειας ανατροφής κατά το ήμισυ των προβλεπομένων.

5. Αν η σύζυγος του υπαλλήλου δεν εργάζεται ή δεν ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα, ο σύζυγος δεν δικαιούται να κάνει χρήση της διευκόλυνσης του μειωμένου ωραρίου ή της άδειας ανατροφής, εκτός αν λόγω σοβαρής πάθησης ή βλάβης κριθεί ανίκανη να αντιμετωπίζει τις ανάγκες ανατροφής του παιδιού, σύμφωνα με βεβαίωση της δευτεροβάθμιας υγειονομικής επιτροπής στην αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται ο υπάλληλος.

6. Όταν ο ένας γονέας λάβει την άδεια άνευ αποδοχών για ανατροφή τέκνου, ο άλλος δεν έχει δικαίωμα να κάνει χρήση της διευκόλυνσης του μειωμένου ωραρίου ή της εννιάμηνης άδειας ανατροφής για το ίδιο χρονικό διάστημα.

Επίσης σημειώνεται ότι σε περίπτωση διάστασης, διαζυγίου, χηρείας ή γέννησης τέκνου χωρίς γάμο των γονέων του, τόσο την άδεια άνευ αποδοχών για ανατροφή τέκνου, όσο και τη διευκόλυνση του μειωμένου ωραρίου ή την εννιάμηνη άδεια ανατροφής τη δικαιούται ο γονέας που ασκεί την επιμέλεια.

7. Σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 53 του Υ.Κ. οι υπηρεσίες υποχρεούνται να διευκολύνουν τους υπαλλήλους που έχουν τέκνα τα οποία παρακολουθούν μαθήματα πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, για να επισκέπτονται το σχολείο των παιδιών τους, με σκοπό την παρακολούθηση της σχολικής τους επίδοσης.

Έως την έκδοση της σχετικής απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, με την οποία θα ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης και θα καθορίζεται το ανώτατο όριο ημερών απουσίας του υπαλλήλου, η προβλεπόμενη διευκόλυνση εξακολουθεί να χορηγείται όπως μέχρι σήμερα.

• Οι υπάλληλοι δικαιούνται να απουσιάζουν ορισμένες ώρες ή ολόκληρη την ημέρα από την εργασία τους, μέχρι τη συμπλήρωση τεσσάρων (4) συνολικά εργασίμων ημερών, μέσα στο ημερολογιακό έτος, για να επισκεφθούν το δημόσιο ή ιδιωτικό εκπαιδευτικό ίδρυμα πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης των παιδιών τους και να ενημερωθούν για την επίδοσή τους.

• Η άδεια αυτή είναι με αποδοχές και χορηγείται στον ένα γονέα. Αν και οι δύο γονείς είναι δικαιούχοι, αποφασίζουν με κοινή συμφωνία, κάθε φορά, ποιος από τους δύο θα κάνει χρήση της άδειας και για πόσο χρονικό διάστημα, που πάντως η συνολική διάρκειά της δεν μπορεί να υπερβεί σε διάρκεια τις τέσσερις (4) ημέρες και για τους δύο γονείς. Η άδεια χορηγείται στον υπάλληλο γονέα, ανεξάρτητα αν ο άλλος γονέας δεν εργάζεται.

• Η άδεια πρέπει να χορηγείται για ορισμένες ώρες και σε εξαιρετικές περιπτώσεις για ολόκληρη την ημέρα, σε καμιά όμως περίπτωση πάνω από μια ημέρα συνεχώς. Ο συνολικός χρόνος της άδειας δεν εξαντλείται υποχρεωτικά.

• Για τη χορήγησή της, ο δικαιούχος υπάλληλος πρέπει να υποβάλλει στην υπηρεσία του σχετική αίτηση, δηλώνοντας συγχρόνως υπεύθυνα, στην περίπτωση που και οι δύο γονείς είναι δικαιούχοι, πόσες ημέρες (ή ώρες) της δικαιούμενης από κοινού άδειας των 4 ημερών έχει κάνει ήδη χρήση ο άλλος γονέας στην υπηρεσία που εργάζεται.

• Δεδομένου ότι τα νηπιαγωγεία αποτελούν πλέον μέρος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης και μπορεί να λειτουργούν μαζί με παιδικούς σταθμούς (παιδικά κέντρα), η ανωτέρω άδεια δίδεται και στους γονείς που το παιδί τους πηγαίνει σε παιδικό κέντρο, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό εφαρμόζει πλήρες πρόγραμμα νηπιαγωγείου. Σε κάθε περίπτωση το παιδί πρέπει να διαθέτει την προβλεπόμενη ηλικία για να παρακολουθεί το υποχρεωτικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα.

ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΝΑΡΡΩΤΙΚΗΣ ΑΔΕΙΑΣ (άρθρο 55 του Υ.Κ.)

Βραχυχρόνιες αναρρωτικές άδειες χορηγούνται α) με υπεύθυνη δήλωση του υπαλλήλου ή γνωμάτευση θεράποντος γιατρού έως δύο (2) ημέρες κάθε φορά και όχι περισσότερες από τέσσερις (4) ημέρες κατ' έτος, β) με γνωμάτευση του θεράποντα γιατρού έως τρεις (3) ημέρες κάθε φορά και όχι περισσότερες από έξι (6) κατ' έτος, γ) με γνωμάτευση του διευθυντή κλινικής δημόσιου νοσοκομείου έως πέντε (5) ημέρες κάθε φορά και όχι πέραν των δέκα (10) ημερών κατ' έτος.

Το σύνολο των βραχυχρόνιων αναρρωτικών αδειών των περ. (α), (β) και (γ) που χορηγούνται χωρίς γνωμάτευση υγειονομικής επιτροπής, δεν υπερβαίνει αθροιστικά τις δέκα (10) ημέρες το χρόνο.

Σε περίπτωση βραχυχρόνιας αναρρωτικής άδειας πριν ή μετά από αργία ή ανάμεσα σε δύο (2) αργίες, ο υπάλληλος παραπέμπεται υποχρεωτικά για εξέταση στην οικεία υγειονομική επιτροπή.

Στις ίδιες περιπτώσεις δεν επιτρέπεται η χορήγηση αναρρωτικής άδειας με υπεύθυνη δήλωση του υπαλλήλου.

Σημειώνεται ότι ως αργίες για την εφαρμογή της διάταξης αυτής νοούνται οι οριζόμενες από τις σχετικές διατάξεις επίσημες αργίες (άρθρο 1 του 1157/1981).

Ο υπάλληλος υποχρεούται να δεχτεί την επίσκεψη του ελεγκτή γιατρού.

Η αποστολή γιατρού για έλεγχο υπαλλήλου, που κάνει χρήση βραχυχρόνιων αναρρωτικών αδειών κατ' επανάληψη, είναι υποχρεωτική για την υπηρεσία.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΑΝΑΡΡΩΤΙΚΗΣ ΑΔΕΙΑΣ (άρθρο 56 του Υ.Κ.)

1. Ο υπάλληλος που κωλύεται να προσέλθει στην εργασία του λόγω ασθένειας ενημερώνει την υπηρεσία για την αδυναμία αυτή την ίδια ημέρα.

Η υπηρεσία χορηγεί την αναρρωτική άδεια ύστερα από αίτηση του υπαλλήλου. Η αίτηση για αναρρωτική άδεια υποβάλλεται εντός επτά (7) ημερών από την απουσία του υπαλλήλου λόγω ασθένειας. Σε περίπτωση αδικαιολόγητης καθυστέρησης που δεν οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας, γίνεται ανάλογη περικοπή της αναρρωτικής άδειας με ευθύνη του οργάνου που είναι αρμόδιο για την έκδοση της απόφασης χορήγησής της. Η υπηρεσία σε όλως ειδικές περιπτώσεις μπορεί να κινεί τη διαδικασία χορήγησης αναρρωτικής άδειας αυτεπαγγέλτως. Οι όλως ειδικές περιπτώσεις εκτιμώνται από την οικεία υπηρεσία βάσει των ιδιαίτερων συνθηκών που συντρέχουν (π.χ. ύπαρξη μεταδοτικής ασθένειας ή άρνησης του ασθενούντος υπαλλήλου να λάβει αναρρωτική άδεια).

Αναρρωτική άδεια πέραν των δέκα (10) ημερών κατ' έτος χορηγείται ύστερα από γνωμάτευση της οικείας υγειονομικής επιτροπής, με εξαίρεση την περίπτωση που η άδεια χορηγείται βάσει γνωμάτευσης του διευθυντή κλινικής δημόσιου νοσοκομείου και εφόσον πρόκειται για νοσηλεία επτά (7) ημερών τουλάχιστον, ή κατόπιν χειρουργικής επέμβασης.

2. Άδεια διάρκειας πέραν του ενός (1) μηνός για ψυχική νόσο δεν χορηγείται αν δεν έχει προηγηθεί νοσηλεία σε δημόσιο νοσοκομείο. Παράτασή της ή χορήγηση νέας άδειας, εφόσον υπερβαίνει, συνολικώς ή τμηματικώς, τον ένα (1) μήνα μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος χορηγείται ύστερα από αναλυτική έκθεση θεράποντος ιατρού και έκθεση εξέτασης λειτουργικότητας του ασθενούς, το περιεχόμενο των οποίων καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Με την ίδια απόφαση ορίζονται τα όργανα που δικαιούνται να προβαίνουν σε εξέταση λειτουργικότητας του ασθενούς καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.

Έως την έκδοση της ανωτέρω απόφασης, η παράταση ή η χορήγηση της άδειας για ψυχική νόσο γίνεται με ειδική αιτιολογημένη απόφαση της οικείας ειδικής υγειονομικής επιτροπής του άρθρου 167 του Υ.Κ., όπως προβλέπεται από τη μεταβατική διάταξη της παρ. 12 του άρθρου 169 του ίδιου Κώδικα.

ΑΔΕΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ (άρθρο 58 του Υ.Κ.)

1. Για τη συμμετοχή του υπαλλήλου σε προγράμματα μετεκπαίδευσης και προγράμματα ή κύκλους μεταπτυχιακής εκπαίδευσης, ο υπάλληλος δικαιούται να ζητήσει άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης. Η άδεια αυτή δεν χορηγείται αν ο χρόνος υπηρεσίας του υπαλλήλου που απομένει μετά το πέρας της άδειας είναι μικρότερος του τετραπλάσιου της χρονικής διάρκειας της άδειας. Επίσης η ανωτέρω άδεια δεν χορηγείται αν ο υπάλληλος δεν έχει συμπληρώσει τη δοκιμαστική υπηρεσία.

2. Στους υπαλλήλους που χορηγείται άδεια για μετεκπαίδευση ή μεταπτυχιακή εκπαίδευση στο εσωτερικό, παρέχονται αποδοχές αυξημένες κατά 20%. Αν η μετεκπαίδευση ή μεταπτυχιακή εκπαίδευση γίνεται εκτός της περιοχής του Δήμου που εδρεύει η υπηρεσία του υπαλλήλου, μπορεί να ορίζεται προσαύξηση αποδοχών έως και 40% με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου.

Στους υπαλλήλους που χορηγείται άδεια για μετεκπαίδευση ή μεταπτυχιακή εκπαίδευση στο εξωτερικό, παρέχονται αποδοχές αυξημένες στο διπλάσιο. Η προσαύξηση των αποδοχών μειώνεται κατά το μέρος που καλύπτεται από υποτροφία ή άλλου είδους χρηματική αμοιβή ή αποζημίωση που τυχόν χορηγείται στον υπάλληλο στο εσωτερικό ή το εξωτερικό. Ο υπάλληλος δικαιούται επίσης οδοιπορικά έξοδα μετάβασης και επιστροφής.

Σημειώνεται ότι η προσαύξηση αποδοχών των υπαλλήλων στους οποίους χορηγήθηκαν εκπαιδευτικές άδειες κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του προϊσχύσαντος Υ.Κ. (ν. 2683/1999) εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις αυτές και ως εκ τούτου δεν πρέπει να αναπροσαρμοστεί σύμφωνα με τα νέα ποσοστά (παρ. 7 του άρθρου 169 του Υ.Κ.).

ΑΔΕΙΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΜΕ ΣΧΕΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΑΟΡΙΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ (ΙΔΑΧ)

Οι διατάξεις των άρθρων 48 έως 53 για τις κανονικές και λοιπές άδειες, καθώς και των άρθρων 54 έως 56 για τη διάρκεια των αναρρωτικών αδειών του Υπαλληλικού Κώδικα εφαρμόζονται και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. α΄ και β’ βαθμού, βάσει των προβλέψεων του ν. 2839/2000 (άρθρο 4 παρ. 5) και του ν. 3230/2004 (άρθρο 12 παρ. 6 και 7), με τις οποίες επεκτάθηκε η ισχύς των ανωτέρω άρθρων και στο προσωπικό αυτό.